περίκρανον
περίκρανον, cap
περίκρᾱνον, τό,
- cap, π. θήρεια Str. 11.4.5, cf. Poll. 2.42.
περί·κρανον, ου (τὸ) [ᾱ] bonnet de peau, Str. 502.
Étym. π. κράνος.
περίκρανον, [ᾱ], τό, Umgebung des Hirnschädels, Helm, Strab.