περίλημμα
περίλημμα, embrace
περί-λημμα, ατος, τό,
- embrace, LXX Ec. 3.5 (v.l.), EM 175.7.
περίλημμα, ατος (τὸ) le contenu d’une chose, Spt. Eccl. 3, 5.
Étym. περιλαμβάνω.
περίλημμα, τό, das Umfaßte, LXX.