περίττωμα Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape περίττωμα, περιττωματικός, περιττωματικῶς, v. περίσσωμα, etc. περίττωμα -ατος, τό, Ion. περίσσωμα [περιττός] uitwerpsel. περίττωμα, usf., att. statt περίσσωμα, usf.