Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιτυκίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιτρόχαλος
περιτροχάς
περιτροχασμός
περιτροχάω
περιτρόχιον
περιτροχισμός
περιτροχλισμός
περίτροχος
περιτρύζω
περιτρυπάω
περιτρύπησις
περιτρυχόω
περιτρύχω
περιτρώγω
περιτρωχάω
περιττάκις
περίττευμα
περιττεύω
περιττοδάκτυλος
περιττολογία
περιττολόγος
περιττόν
περιττός
περιττότερον
περιττότης
περίττωμα
περιττωματικός
περιττῶς
περίττωσις
περιτυγχάνω
περιτυκίζω
περιτυλίσσω
περιτυλόομαι
περίτυλος
περιτυλόω
περιτύλωσις
περιτύμβιος
περιτυμπανίζομαι
περιτυμπανίζω
περιτυπόω
περιτύπτω
περιτυχής
περιυβρίζω
περιυλακτέω
περιύομαι
περιυπνίζω
περίυπνος
περιυφαίνω
περιύω
περιφαγεῖν
περιφαής
περιφαίνομαι
περιφαίνω
περιφάλλια
περιφάνεια
περιφανής
περιφαντάζομαι
περίφαντος
περιφανῶς
Περίφας
περίφασις
…
περιτυκίζω
Save
Pape
περιτυκίζω
,
ringsum behauen
, conj. für περιτύκω beim
Schol. Ar. Av
. 1138.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}