περιτρόχαλος
περιτρόχαλος, clipt all round
περιτρόχ-ᾰλος, ον,
- = περίτροχος: neut. pl. as Adv., περιτρόχαλα κείρεσθαι to have oneʼs hair clipped round about, Hdt. 3.8, Plu. Mul.virt. 2.261f; κουρὰ π. Phot. s.v. σκάφιον.
περιτρόχαλος, ος, ον, qui tourne en rond ; περιτρόχαλα κείρεσθαι, Hdt. 3, 8 ; Plut. M. 261f, se faire couper les cheveux en rond.
περιτρόχαλος, = περίτροχος, περιτρόχαλα κείρεσθαι, sich die Haare ringsum abschneiden, Her. 3.8, wie Plut. mul.virt. Xenocrit. p. 306.
περιτρόχαλος
περι-τρόχᾰλος, ον,
= περίτροχος
- neut. pl. as adv., περιτρόχαλα κείρεσθαι to have oneʼs hair clipt all round, Hdt.