περίττευμα -ατος, τό, Ion. περίσσευμα [περιττεύω] 1. overblijfsel: περισσεύματα κλασμάτων overgebleven stukken brood NT Marc. 8.8. 2. overvloed: ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ waar het hart vol van is, daar loopt de mond van over NT Mt. 12.34.