περιτροχασμός Save LSJ Bailly 2024 περιτροχ-ασμός, ὁ, f.l. for -ισμός in Antyll. ap. Orib. 6.22.10. περιτροχασμός, οῦ (ὁ) course autour, Antyll. (Orib. 1, 512 B.-Dar.). Étym. περιτροχάζω.