Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιαίρημα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιαγινέω
περιαγκωνίζω
περιαγκώνισμα
περιαγνίζω
περιαγνίστρια
περιάγνυμι
περιαγνύω
περιαγόραιος
περιαγοραῖος
περιαγορευτής
περιάγχω
περιάγω
περιαγωγεύς
περιαγωγή
περιαγωγίς
περιαγωγός
περιαδεῖς
περιᾴδω
περιαθρέω
περιάθρησις
περιαθρητέον
περιαθροίζομαι
περιαθροίζω
περιαθύρω
περιαίνυμαι
περιαίρεμα
περιαίρεσις
περιαιρετέος
περιαιρετός
περιαιρέω
περιαίρημα
περιαίρω
περιαιωρέομαι
περιακμάζω
περιακολουθέω
περιακονίζω
περιακοντίζω
περιακτέον
περιακτέος
περίακτος
περιαλγέω
περιάλγημα
περιαλγής
περιαλγῶς
περιάλειμμα
περιαλειπτέον
περιαλείφω
περιαλή
περιαληθής
περιαλιφή
περίαλλα
Περίαλλα
περιαλλάσσω
περιαλλόκαυλος
περιάλλομαι
περίαλλος
Περίαλλος
περίαλος
περιαλουργής
περιαλουργός
περιαμάομαι
…
περιαίρημα
Save
Pape
περιαίρημα
, τό,
das Weg- oder Abgenommene, Abgelegte, Schol. Ar. Eq
. 767.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}