περιαίνυμαι Save LSJ Pape περιαίνῠμαι, περιλαμβάνω, περιαίνυται ὀστέα τύμβος BCH 24.380 (Bithyn.), cf. Hsch. περιαίνυμαι, = περιαιρέομαι, ringsumher wegnehmen, Hesych.