πλατύκαρπος
πλατύκαρπος, with flat fruit
πλᾰτύ-καρπος, ον,
- with flat fruit, v.l. in Dsc. 3.144.
πλατύ·καρπος, ος, ον [ᾰῠ] au fruit large, Diosc. 3, 61 dout.
Étym. πλ. καρπός.
πλατύκαρπος, mit breiter Frucht, Diosc.