πλατυγάστωρ
πλατυγάστωρ, flat-bellied
πλᾰτῠ-γάστωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- flat-bellied, Arist. HA 553b10, 624b25.
πλατυ·γάστωρ, ωρ, ορ, gén. ορος [ᾰῠ] au ventre large, Arstt. H.A. 5, 22, 1.
Étym. πλ. γαστήρ.
πλατυγάστωρ, ορος, breitbäuchig, Arist. H.A. 5.22.