πλατύγλωττος Save Bailly 2024 Pape πλατύ·γλωττος, ος, ον [ᾰ] dont la langue est large, Arstt. H.A. 2, 12 || Cp. πλατυγλωττότερος, Arstt. P.A. 2, 17. Étym. πλατύς, γλῶττα. πλατύγλωττος, arr. = πλατύγλωσσος.