Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλατυγένειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλατεῖα
πλατειάζω
πλατειάσδω
πλατειασμός
πλατεῖον
πλατέως
πλάτη
Πλάτη
πλατῆορ
Πλάτης
Πλατθίς
πλατιάζω
πλατιασμός
πλάτιγξ
πλατικός
πλατίον
πλᾶτις
πλατίστακος
πλατιωχέτας
πλατόομαι
πλατοποιία
πλατορόα
πλάτος
πλατός
πλατόω
πλάττω
πλατυαλουργής
πλατυάμφοδος
πλατυαύχην
πλατυγάστωρ
πλατυγένειος
πλατυγίζω
πλατύγλωσσος
πλατύγλωττος
πλατύγναθος
πλάτυγξ
πλατύζομαι
πλατυθάλασσος
πλατυίσχιος
πλατύκαρπος
πλατύκαρφος
πλατύκαυλος
πλατύκερκος
πλατύκερως
πλατυκέφαλος
πλατύκομος
πλατυκορία
πλατυκορίασις
πλατυκορίη
πλατυκός
πλατυκύμινον
πλατυκῶς
Πλατύλαιμος
πλατυλέσχης
πλατυλίσγιον
πλατυλίσγων
πλατυλογέω
πλατυλόγος
πλατύλογχος
πλατυμέτωπος
πλατυμήλη
…
πλατυγένειος
Save
LSJ
πλᾰτῠ-γένειος, ον,
gloss on ἠϋγένειος, Sch.
Opp.
H.
2.565.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}