πλεονάζω
πλεονάζω, to be more
- to be more, esp. to be more than enough, superfluous, opp. ἐλλείπειν, ὑπολείπειν, Arist. EN 1106a31, Col. 799a18; τὸ πλεονάζον the excess, PRev.Laws 57.13 (iii B. C.), LXX Ex. 26.12; π. παρά c. acc., to be in excess of . ., ib. Nu. 3.46; ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία Ep.Rom. 5.20; of animals, have more than the due number of limbs, opp. κολοβὰ γίνεσθαι, Arist. GA 770b32; of visits, to be frequent, Plb. 4.3.12; of the sea, encroach, Arist. Mete. 351b6, cf. Plu. Isid. 2.366b; πάθος defined as ὁρμὴ πλεονάζουσα, Zeno Stoic. 1.50; εἰκασία ἐστὶ μεταφορὰ πλεονάζουσα simile is expanded metaphor, Demetr. Eloc. 80; τὸ σ̄ πλεονάσαν used to excess, D.H. Comp. 14: Gramm., to be redundant, Demetr.Lac. Herc. 1012.21, etc.; Ἀρίσταρχος οὐκ ἔλεγε πλεονάζειν τὸ ἄρθρον A.D. Synt. 6.2; also of letters, τὸ ε̄ πλεονάζει (in ἑ-ώρων) Id. Pron. 58.25; but π. τῷ ῑ to have an added ῑ (as in ἐμεῖο), ib. 38.20; cf. ΙΙΙ.6.
- 2 c. gen., exceed, opp. λείπω, Ptol. Geog. 1.20.7: abs., τὸ -άζον ἔργον the extra work, PLille 1v. 16 (iii B. C.); τοὺς -άζοντας τῶν ρκεʹ (sc. ἐρίφους) the odd 25 out of 125, PCair.Zen. 422.7 (iii B. C.).
- II of persons, go beyond bounds, take or claim too much, Isoc. 2.33, 12.85, D. 9.24, 39.14: c. dat., presume upon . ., εὐτυχίᾳ Th. 1.120; but π. κυνηγεσίαις go beyond bounds in . ., Str. 11.5.1; of a writer, τοῖς ὀνόμασι π. Id. 3.3.7: abs., to be lengthy, tedious, Id. 9.1.16, D.S. 1.90, LXX 2 Ma. 2.32; περί τινος Parmenisc. ap. Ath. 4.156d.
- 2 π. τινός have an excess of, abound in a thing, opp. ἐνδεὴς εἶναι, Arist. Pol. 1257a33, cf. Epicur. Sent. 4; but π. τοῦ καιροῦ exceed all bounds . ., of a writer, D.H. Comp. 22.
- III c. acc., state at a higher figure, Str. 6.3.10:—Pass., to be magnified, exaggerated, [νομίσειεν ἂν] ἔστιν ἃ πλεονάζεσθαι Th. 2.35, cf. Str. 2.4.3; πεπλεόνασται has been overdone, opp. ἐνδεὲς πεποίηται, Hp. Fract. 7, cf. Art. 47.
- 2 make to increase, τινὰς τῇ ἀγάπῃ 1 Ep.Thess. 3.12.
- 3 eat in too great quantity, τι Diph.Siph. ap. Ath. 8.356d, Dsc. 4.75, 82 (all Pass.).
- 4 raise the price of, τι Aristid. 1.170J.
- 5 Pass., to be deceived, prob. f.l. for πλεονεκτεῖσθαι, Stob. 2.7.11m.
- 6 Gramm., use in addition or redundantly, εἰώθασιν οἱ Ἀττικοὶ τὰ ἄρθρα πλεονάζειν Sch. Ar. Pl. 5; Αἰολεῖς πλεονάζουσιν ἕτερον σύμφωνον EM 84.18:—Pass., τὸ ῡ πλεοναζόμενον ψιλοῦται ib. 440.12.
- 7 to be in excess of unity, partake of plurality, Procl. Inst. 2.
1. intrans. te veel zijn, bovenmatig zijn;
2. met gen. een overschot hebben aan:
3. met acc. doen toenemen:
Strong 4121
I. Intrans.
1. Of persons;
(a) to abound in (Arist.);
(b) to superabound: II Co 8:15(LXX).
2. Of things, to abound, superabound: Ro 5:20 6:1, II Co 4:15, Phl 4:17, II Th 1:3, II Pe 1:8.
II. Trans. (Nu 26:54, Ps 70 (71):21; not cl, v. Lft., Notes, 48 f.), to make to abound: I Th 3:12 (cf. ὑπερ-πλεονάζω).†
- Ito be more, esp. to be more than enough, be superfluous, Arist.
- IIof persons, to go beyond bounds, take or claim too much, Dem.:—c. dat. to presume upon, τῆι εὐτυχίαι Thuc.: of a writer, to be lengthy, tedious, Lat. multus sum, Strab.
- 2πλεονάζειν τινός to have an excess of, abound in a thing, Arist.
- IIIc. acc. to state at a larger amount, Strab.:—Pass. to be exaggerated, Thuc.
-
…διακεῖσθαι τοὺς πλησιάζοντας. οἱ μὲν οὖν ἄρτι τῶν σοφιστῶν ἀναφυόμενοι καὶ νεωστὶ προσπεπτωκότες ταῖς ἀλαζονείαις, εἰ καὶ νῦν πλεονάζουσιν, εὖ οἶδʼ ὅτι πάντες ἐπὶ ταύτην κατενεχθήσονται τὴν ὑπόθεσιν. λοιποὶ δʼ ἡμῖν εἰσιν οἱ πρὸ ἡμῶν γενόμενοι καὶ…
Isocrates, Speeches
-
…ἀκροατὴς τάχʼ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…αὐτοῖς, μετὰ τῶν ἠδικημένων πολεμεῖν · καὶ πάλιν Λακεδαιμονίοις ἄρξασι καὶ παρελθοῦσιν εἰς τὴν αὐτὴν δυναστείαν ὑμῖν, ἐπειδὴ πλεονάζειν ἐπεχείρουν καὶ πέρα τοῦ μετρίου τὰ καθεστηκότʼ ἐκίνουν, πάντες εἰς πόλεμον κατέστησαν, καὶ οἱ μηδὲν ἐγκαλοῦντες αὐτοῖς .…
Demosthenes, Speeches
-
…τῷ πέρατι τῆς φάραγγος Καρυαί ; ἐστι ; χωρίον. Φενεατῶν δὲ τὸ πεδίον κεῖται μὲν ὑπὸ ταῖς Καρυαῖς, πλεονάσαντος δέ ποτε αὐτῷ τοῦ ὕδατος κατακλυσθῆναί φασι τὴν ἀρχαίαν Φενεόν, ὥστε καὶ ἐφʼ ἡμῶν σημεῖα ἐλείπετο ἐπὶ τῶν ὀρῶν…
Pausanias, Description of Greece
-
…νύκτʼ ἀποτελεῖν · καὶ ἐκ μὲν τοῦ λαμπροῦ τὸ θερμὸν αὐξόμενον θέρος ποιεῖν, ἐκ δὲ τοῦ σκοτεινοῦ τὸ ὑγρὸν πλεονάζον χειμῶνα ἀπεργάζεσθαι. ἀκολούθως δὲ τούτοις καὶ περὶ τῶν ἄλλων αἰτιολογεῖ. περὶ δὲ τῆς γῆς οὐδὲν ἀποφαίνεται ποία τίς…
Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers
-
…πάρεστι, τὸ δὲ μόνον ὑπερτεῖνον τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα οὐ πολλὰς ἡμέρας συμμένει. αἱ δὲ πολυχρόνιοι τῶν ἀρρωστιῶν πλεονάζον ἔχουσι τὸ ἡδόμενον ἐν τῇ σαρκὶ ἤ περ τὸ ἀλγοῦν. . Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως…
Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers
-
…τραυλίζειν καὶ ψελλίζειν. εὐφυέστατοι γάρ ἐσμεν τὰς φωνὰς ταῖς ὁμοίαις φωναῖς κατονομάζειν διὰ τὸ ὁμογενές · ᾗ δὴ καὶ πλεονάζουσιν ἐνταῦθα αἱ ὀνοματοποιίαι, οἷον τὸ κελαρύζειν καὶ κλαγγὴ δὲ καὶ ψόφος καὶ βοὴ καὶ κρότος, ὧν τὰ πλεῖστα…
Strabo, Geography
-
…ἔργον ἐλεφάντινον ἡ Ἀθηνᾶ. ἀλλὰ γὰρ εἰς πλῆθος ἐμπίπτων τῶν περὶ τῆς πόλεως ταύτης ὑμνουμένων τε καὶ διαβοωμένων ὀκνῶ πλεονάζειν, μὴ συμβῇ τῆς προθέσεως ἐκπεσεῖν τὴν γραφήν. ἔπεισι γὰρ ὅ φησιν Ἡγησίας ὁρῶ τὴν ἀκρόπολιν καὶ τὸ περιττῆς…
Strabo, Geography
-
…καὶ ἀκαταστασίας αἴτια. ἔστι δὲ αὐτὸ τὸ πάθος κατὰ Ζήνωνα ἡ ἄλογος καὶ παρὰ φύσιν ψυχῆς κίνησις ἢ ὁρμὴ πλεονάζουσα. Τῶν δὲ παθῶν τὰ ἀνωτάτω, καθά φησιν Ἑκάτων ἐν τῷ δευτέρῳ Περὶ παθῶν καὶ Ζήνων ἐν τῷ Περὶ…
Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers
-
…τὰ μὲν κατὰ βάθους τὰ δὲ διʼ ἀέρος ἀνῆκε συνδησάμενος αὐτὰ κοινωνίᾳ καὶ μίξει γονῆς ἕνεκα καὶ τοῦ συναύξεσθαι καὶ πλεονάζειν αὐτῶν τὴν φύσιν. τῇ δὲ ἕκτῃ ἡμέρᾳ δημιουργεῖ τὸ τῶν τετραπόδων γένος ἄρρεν τε καὶ θῆλυ ποιήσας · ἐν…
Flavius Josephus, Antiquities of the Jews