Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλύνεσκον
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλουτισμός
πλουτιστήριος
πλουτιστής
πλουτογαθής
πλουτογηθής
πλουτοδότειρα
πλουτοδοτέω
πλουτοδοτήρ
πλουτοδότης
Πλουτοκλῆς
πλουτοκρατέομαι
πλουτοκρατέω
πλουτοκρατία
πλουτοποιός
πλουτοπράτης
πλοῦτος
Πλοῦτος
πλουτοταφής
πλουτοτραφής
πλουτοφόρος
πλουτόχθων
Πλουτώ
Πλούτων
Πλουτώνιον
Πλουτωνίς
πλόχανον
πλοχμός
πλοώδης
ΠΛΥ
πλύμα
πλύνεσκον
πλυνεύς
πλύνιον
πλυνός
πλύνος
Πλυνός
Πλυντήρια
πλυντήρια
πλυντήριος
Πλυντηριών
πλύντης
πλυντικός
πλυντίς
πλύντρια
πλυντρίς
πλύντρον
πλύνω
πλύσιμον
πλύσιμος
πλύσις
πλύσμα
πλυσμός
πλυτέον
πλυτέος
πλυτήρ
πλύτης
πλυτικός
πλυτός
πλωάς
Πλωθεύς
Πλωθιεύς
…
πλύνεσκον
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
πλύνεσκον,
v.
πλύνω
.
πλύνεσκον
iter. imperf.
van
πλύνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}