πολίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape πολίδιον, v. πολείδιον. πολίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite ville, Str. 344, etc. Étym. dim. de πόλις. πολίδιον, τό, dim. von πόλις, Städtchen, s. πολείδιον.