πολιῆτις Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πολιῆτις, ιδος [ῐδ] fém. c. le préc. Eur. Hipp. 1126 ; A. Rh. 1, 867 ; cf. πολιᾶτις. πολιῆτις -ιδος [πόλις] van de stad. πολιῆτις, ιδος, ἡ, fem. zu πολιήτης ; ὦ ψάμαθος πολιήτιδος ἀκτᾶς, Eur. Hipp. 1126 ; sp.D., wie Ap.Rh. 1.867.