πολιορκητήριος Save LSJ Bailly 2024 πολῐορκ-ητήριος, α, ον, = πολιορκητικός, μηχαναί Onos. 42.3. πολιορκητήριος, ος, ον, c. πολιορκητικός, Onos. 42, 3.