πολιός
πολιός, gray, grizzled, grisly
- grey, grizzled, grisly, λύκοιο Il. 10.334; κορῶναι Ar. Av. 967; σίδηρος Il. 9.366, h.Merc. 41, cf. E. Heracl. 758 (lyr.); of the surging sea, πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης Il. 4.248; πολιὴν ἅλα ναιέμεν 15.190; π. θάλασσα Alc. 51; π. πέλαγος Ar. Av. 350 (lyr.); γάλα Q.S. 10.135; λύκοι IG 42(1).131.12 (Epid.); but,
- 2 most freq. of human hair, grey from age, κάρη, κεφαλή, Il. 22.74, Od. 24.317, etc.; π. στῆθος Alc. Supp. 20.2; γῆρας π. Pi. I. 6(5).15, E. Ba. 258; πολιοί greyhaired men, Od. 24.499; π. ματέρες S. OT 182 (lyr.), cf. E. Supp. 35, Ar. Ach. 600, 610, 692, Pl. Prm. 127b (rare in Att. Prose), Call. Fr. 473; Γραῖαι, ἐκ γενετῆς πολιαί Hes. Th. 271: Comp. -ώτεροι Arist. Fr. 235: abs., πολιαί (sc. τρίχες) Pi. O. 4.28, Arist. GA 722a7, Pr. 898a31; πολιῶν ἔσχηκας τὸν πώγωνα μεστόν Thphr. Char. 2.3; ἅμα ταῖς π. κατιούσαις as the grey hairs come down (i. e. from the temples to the beard), Ar. Eq. 520, cf. 908; ἕως τὸ δὴ λεγόμενον πολιὰς σχῇ PMich.Zen. 77 (iii B.C.), cf. LXX Is. 47.2, al., Phld. Vit. p.32 J.
- 3 τίς σε πολιᾶς ἐξανῆκε γαστρός; what old womanʼs womb bare thee? as a sarcasm, Pi. P. 4.98; π. δάκρυον ἐκβάλλων an old manʼs tear, E. HF 1209 (lyr.).
- b metaph., hoary, venerable, ὃς πολιῷ νόμῳ αἶσαν ὀρθοῖ A. Supp. 673 (lyr.); κληδὼν ἐν πολιαῖσι μένει φήμαις E. El. 701 (lyr.); μάθημα χρόνῳ π. Pl. Ti. 22b; πλοῦτος . . χρόνῳ π. Jul. Or. 2.82b.
- II bright, clear, serene, ἔαρ Hes. Op. 477, 492; αἰθήρ E. Or. 1376 (lyr.); ἠήρ A.R. 3.275, Q.S. 2.554.
1. grijs, witachtig:
2. helder, lichtend:
a) vom Haupthaare der Greise ; Il. 22.74, 24.516 ; κεφαλή, Od. 24.317 ; Hes. Th. 271 ; πολιᾶς ἄμυγμα χαίτης, Soph. Aj. 621 ; πολιὸν ἐπὶ κρᾶτα, Eur. Hec. 653, u. öfter ; ἔθειρα, Anacr. 49.2 ; γῆρας, 51.7 ; ἄχρι πολιῆς φίλης, Rufin. 34 (V.22); daher ἡ πολιά = das Greisenalter, Ruhnk. Rut. Lup. 268 ; αἱ πολιαί, sc. τρίχες, die weißen, grauen Haare, Pind. Ol. 4.29 ; ἅμα ταῖς πολιαῖς κατιούσαις, mit dem Herabwallen greiser Haare, Ar. Eq. 518, vgl. 905 ; a. D., wie Anacr. 50.9 ; τοσαυτασὶ πολιὰς ἔχω, Aesch. 1.49 ; auch ὁ πολιός, der grauhaarige Alte, Od. 24.499 ; auch πολιὰ γαστήρ, Pind. P. 4.98, der Schoß einer Greisinn, vgl. Böckh explic. p. 272 ; πολιαὶ ματέρες, Soph. O.R. 183 ; σφόδρα πολιόν, Plat. Parm. 127b ; übh. alt, νόμος, Aesch. Suppl. 658 ; ἐν πολιαῖσι φήμαις, Eur. El. 701 ; οὔτε μάθημα χρόνῳ πολιὸν οὐδὲν ἔχετε, Plat. Tim. 22b.
b) bei Hom. noch Beiwort des Wolfes, Il. 10.334, des Eisens, 9.366 u. öfter, wie Eur. Suppl. 758 ; auch χαλκός, Pind. P. 3.48 ; und des schäumenden Meeres, in welcher Vrbdg Homer das Wort auch 2 Endgn braucht, ἁλὸς πολιοῖο, Il. 20.229, Od. 5.410, neben πολιῆς ἁλός, Il. 12.284, oft, wie πολιᾶς ἁλός, Pind. Ol. 1.71 ; θάλασσα, 7.61 ; Soph. Ant. 334 ; πέλαγος, Ar. Av. 350.
c) übh. weiß, hell, heiter ; ἔαρ, Hes. O. 479, 496 ; αἰθήρ, Eur. Or. 1376 ; ἀήρ, Ap.Rh. 3.275 ; Qu.Sm. 6.229.
-ή, -όν, also -ός, -όν.
- 1
Of an indeterminate lightish hue (app. without reference to colour), grey, greyish.
Epithet of iron Il. 9.366= Il. 23.261 : Od. 21.3 = 81= Od. 24.168.
Of a wolf : λύκοιο Il. 10.334.
Of the sea (app. referring orig. to the light hue of shallow water) Il. 1.350, Il. 4.248, Il. 15.190, Il. 20.229, etc.: Od. 2.261, Od. 4.580, Od. 5.410, Od. 6.272, Od. 11.75, etc.
- 2
In reference to hair, of the hue assumed in old age, grey or white Il. 22.77.
In reference to the head or chin, covered with grey or white hair : κάρη, γένειον Il. 22.74, Il. 24.516 : κεφαλῆς Od. 24.317.
In reference to men, grey- or white-headed Od. 24.499.
- 1
- a of things, white flecked, grey ἐγγὺς ἐλθὼν πολιᾶς ἁλὸς O. 1.71 πολιᾶς ἔνδον θαλάσσας O. 7.61 ὑπὲρ πολιᾶς ἁλὸς P. 2.68 πολιῷ χαλκῷ P. 3.48, P. 11.20 πολιᾶς ἁλὸς I. 4.56
- b as a sign of age, hoary “φύονται δὲ καὶ νέοις ἐν ἀνδράσιν πολιαὶ (sc. τρίχες) O. 4.26 “τίς ἀνθρώπων σε χαμαιγενέων πολιᾶς ἐξανῆκεν γαστρός;” Pelias addresses Jason abusively P. 4.98 Ἀίδαν γῆράς τε δέξασθαι πολιὸν I. 6.15
- Igray, grizzled, grisly, of wolves, of iron, of the sea, Il.
- 2mostly of hair, gray or hoary from age, Hom.; πολιοί gray-haired men, Od., Soph., etc.:—absol., αἱ πολιαί (sc. τρίχες) Pind.; ἅμα ταῖς πολιαῖς κατιούσαις as the gray hairs come down (i.e. from the temples to the beard), Ar.; π. δάκρυον ἐμβαλών an old manʼs tear, Eur.
- bmetaph. hoary, venerable, Eur.
- IIlike λευκός, bright, clear, serene, Hes., Eur.
-
…δʼ ἱστοὺς τιθέμεσθα καὶ ἱστία νηυσὶν ἐίσῃς, ἂν δὲ καὶ αὐτοὶ βάντες ἐπὶ κληῖσι καθῖζον · ἑξῆς δʼ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς. ἂψ δʼ εἰς Αἰγύπτοιο διιπετέος ποταμοῖο στῆσα νέας, καὶ ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας. αὐτὰρ ἐπεὶ…
Homer, Odyssey
-
…, τέρπεται τιμώμενος. ἐγὼ μὲν οὖν καὶ Κάδμος, ὃν σὺ διαγελᾷς, κισσῷ τʼ ἐρεψόμεσθα καὶ χορεύσομεν, πολιὰ ξυνωρίς, ἀλλʼ ὅμως χορευτέον, κοὐ θεομαχήσω σῶν λόγων πεισθεὶς ὕπο. μαίνῃ γὰρ ὡς ἄλγιστα, κοὔτε φαρμάκοις…
Euripides, Bacchae
-
…μʼ ἔδησαν ὁμοῦ χεῖράς τε πόδας τε ὀρθὸν ἐν ἱστοπέδῃ, ἐκ δʼ αὐτοῦ πείρατʼ ἀνῆπτον · αὐτοὶ δʼ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς. ἀλλʼ ὅτε τόσσον ἀπῆμεν ὅσον τε γέγωνε βοήσας, ῥίμφα διώκοντες, τὰς δʼ οὐ λάθεν…
Homer, Odyssey
-
…φάτο δάκρυ χέων, τοῦ δʼ ἔκλυε πότνια μήτηρ ἡμένη ἐν βένθεσσιν ἁλὸς παρὰ πατρὶ γέροντι · καρπαλίμως δʼ ἀνέδυ πολιῆς ἁλὸς ἠΰτʼ ὀμίχλη, καί ῥα πάροιθʼ αὐτοῖο καθέζετο δάκρυ χέοντος, χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τʼ ἔφατʼ ἔκ…
Homer, Iliad
-
…Οὐρανός. ἣ δʼ ἐντὸς στοναχίζετο Γαῖα πελώρη στεινομένη · δολίην δὲ κακὴν ἐπεφράσσατο τέχνην. αἶψα δὲ ποιήσασα γένος πολιοῦ ἀδάμαντος τεῦξε μέγα δρέπανον καὶ ἐπέφραδε παισὶ φίλοισιν · εἶπε δὲ θαρσύνουσα, φίλον τετιημένη ἦτορ · παῖδες ἐμοὶ καὶ…
Hesiod, Theogony
-
…ὄφρα καλύψῃ ὑψηλῶν ὀρέων κορυφὰς καὶ πρώονας ἄκρους καὶ πεδία λωτοῦντα καὶ ἀνδρῶν πίονα ἔργα, καί τʼ ἐφʼ ἁλὸς πολιῆς κέχυται λιμέσιν τε καὶ ἀκταῖς, κῦμα δέ μιν προσπλάζον ἐρύκεται · ἄλλά τε πάντα εἴλυται καθύπερθʼ, ὅτʼ ἐπιβρίσῃ…
Homer, Iliad
-
…. οὐ γὰρ Φαιήκεσσι μέλει βιὸς οὐδὲ φαρέτρη, ἀλλʼ ἱστοὶ καὶ ἐρετμὰ νεῶν καὶ νῆες ἐῖσαι, ᾗσιν ἀγαλλόμενοι πολιὴν περόωσι θάλασσαν. τῶν ἀλεείνω φῆμιν ἀδευκέα, μή τις ὀπίσσω μωμεύῃ · μάλα δʼ εἰσὶν ὑπερφίαλοι κατὰ δῆμον ·…
Homer, Odyssey
-
…Τειρεσία · τόνδʼ αὖ θέλεις τὸν δαίμονʼ ἀνθρώποισιν ἐσφέρων νέον σκοπεῖν πτερωτοὺς κἀμπύρων μισθοὺς φέρειν. εἰ μή σε γῆρας πολιὸν ἐξερρύετο, καθῆσʼ ἂν ἐν βάκχαισι δέσμιος μέσαις, τελετὰς πονηρὰς εἰσάγων · γυναιξὶ γὰρ ὅπου βότρυος ἐν δαιτὶ γίγνεται…
Euripides, Bacchae
-
…ὅσσα διδοῦσιν ὅτίς σφʼ ἀλίτηται ὀμόσσας. ἦ, καὶ ἀπὸ στόμαχον κάπρου τάμε νηλέϊ χαλκῷ. τὸν μὲν Ταλθύβιος πολιῆς ἁλὸς ἐς μέγα λαῖτμα ῥῖψʼ ἐπιδινήσας βόσιν ἰχθύσιν · αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς ἀνστὰς Ἀργείοισι φιλοπτολέμοισι μετηύδα · Ζεῦ πάτερ ἦ μεγάλας…
Homer, Iliad
-
…πέφηνεν ἀνθρώποις θεὸς ὅσον καθʼ ἡμᾶς δυνατὸν αὔξεσθαι μέγαν. ποῖ δεῖ χορεύειν, ποῖ καθιστάναι πόδα καὶ κρᾶτα σεῖσαι πολιόν ; ἐξηγοῦ σύ μοι γέρων γέροντι, Τειρεσία · σὺ γὰρ σοφός. ὡς οὐ κάμοιμʼ ἂν οὔτε νύκτʼ οὔθʼ…
Euripides, Bacchae