Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολιοκόρσης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολιανομέω
πολιανόμος
πολιάοχος
πολιαρχέω
πολιάρχης
πολιαρχία
πολίαρχος
Πολίαρχος
Πολιάς
πολιάς
πολιατᾶν
πολιάτας
πολιατεύω
πολιᾶτις
πολιᾶχος
πολίδιον
πολίδριον
πολιδυνάστης
πολίεθρον
πόλιες
Πολιεύς
πολιεύς
πολίζω
πολιήοχος
πολιήτης
πολιῆτις
πολιήτωρ
πόλινδε
πολιοειδής
πολιόθριξ
πολιοκόρσης
πολιοκρόταφος
πόλιον
Πόλιον
πολιοπλόκαμος
πολιορκέω
πολιορκητέος
πολιορκητήριος
πολιορκητής
πολιορκητικός
πολιορκία
πολιός
πόλιος
πολιοσφύροις
πολιότης
πολιότριχος
πολιοῦχος
πολιοφυλακέω
πολιόφυλλον
πολίοχος
πολιόχρως
πολιόω
πολίπορθος
πολιρραίστης
πόλις
Πόλις
πόλισμα
Πόλισμα
πολισμάτιον
πολισμός
πολισοῦχος
…
πολιοκόρσης
Save
Pape
πολιοκόρσης
, ὁ, = πολιοκρόταφος, Nicet.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}