πολιότριχος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολιότρῐχος, ον, = πολιόθριξ, Opp. C. 3.293. πολιό·τριχος, ος, ον [ῐχ] c. πολιόθριξ, Opp. C. 3, 293. πολιότριχος, = πολιόθριξ, πολιότριχα γένεθλα, Opp. Cyn. 3.293.