Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυάρτυτος
πολυάρτυτος, highly spiced
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πολύανθος
πολυάνθραξ
πολυανθρωπέω
πολυανθρωπησία
πολυανθρωπία
πολυάνθρωπος
Πολύανος
πολυάντυξ
πολυανώδυνος
πολυάνωρ
πολυαπεχθής
πολυαπόδημος
πολυάρατος
Πολυάρατος
πολυάργυρος
πολυάρην
πολυαρής
πολυάρητος
πολύαρθρος
πολυαρίθμητος
πολυάριθμος
πολυαρκής
Πολυάρκης
πολύαρκυς
πολυάρματος
πολυαρμόνιος
πολύαρνι
πολύαρνος
πολυάρουρος
πολύαρς
πολυάρτυτος
πολυαρχία
πολυάρχιον
πολυάρχιος
Πολυαρχίς
πολύαρχος
Πολύαρχος
Πολύας
πολύασπις
πολυάστερος
πολυάστηρ
πολυαστράγαλος
πολύαστρος
πολυάσχολος
πολυαῦλαξ
πολυαυξής
πολυαύχενος
πολυαύχην
πολυαυχήν
πολυαυχής
πολυάφορμος
πολυάχητος
πολυαχθής
πολυάχυρος
πολυβάδιστος
πολυβαθής
πολυβάρβαρος
πολυβάτειος
πολύβατος
πολυβαφής
πολυβέλεμνος
…
πολυάρτυτος
Save
πολυάρτυτος, highly spiced
LSJ
πολῠ-άρτῡτος, ον,
highly spiced,
Sor.
1.94.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}