πολύβατος
πολύβατος, much-trodden
πολῠ-βᾰτος, ον,
- much-trodden, ἄστεος ὀμφαλός, of the ἀγορά, Pi. Fr. 75.3.
πολύ·βατος, ος, ον [ῠᾰ] très fréquenté, Pd. fr. 45.
Étym. π. βαίνω.
πολύβατος, viel gegangen, betreten, ἄστεος ὀμφαλόν, Pind. frg. 45.
πολύβᾰτος
- 1much frequented θεοί, πολύβατον οἵ τʼ ἄστεος ὀμφαλὸν θυόεντʼ ἐν ταῖς ἱεραῖς Ἀθάναις οἰχνεῖτε fr. 75. 3.