πολυάστερος
πολῠ-άστερος, ον,
- = πολύαστρος, Man. 4.26: gen. πολυάστερος (as if from -άστηρ) Orac. ap. Eus. PE 3.15.
πολυ·άστερος, ος, ον, c. πολύαστρος, Man. 4, 26.
πολυάστερος, = πολύαστρος, Maneth. 4.26 u. a. sp.D.