πολυάχητος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πολῠ-άχητος [ᾱ], ον, Dor. for πολυήχητος. πολυ·άχητος, v. πολυήχητος. πολυ-άχητος -ον [ἠχέω] Dor., rumoerig. πολυάχητος, = πολυήχητος, κῶμος, Eur. Alc. 921.