πολυάστηρ Save Bailly 2024 Pape πολυ·άστηρ, ερος (ὁ, ἡ) c. πολύαστρος, Oracl. (Eus. P.E. 125). πολυάστηρ, ερος, = πολύαστρος, νύξ, Orak. bei Euseb. praep.ev. 126d.