πολυαύχενος
πολυαύχενος, with many necks
πολῠ-αύχενος, ον, (αὐχήν)
- with many necks, ὕδρα APl. 16.92; αἷμα νέων μακάρων Nonn. D. 2.352.
πολυ·αύχενος, ος, ον, à plusieurs cous, à plusieurs têtes, A. Pl. 92.
Étym. π. αὐχήν.
πολυαύχενος, mit vielen Hälsen ; Schol. Il. 1.499 ; ὕδρα, Qu.Sm. ep. (Plan. 92).
πολυαύχενος
πολυ-αύχενος, ον,
αὐχήν
- with many necks, Anth.