πολυαστράγαλος
πολυαστράγαλος, with many joints
πολῠ-αστράγᾰλος [ᾰγ], ον,
- strung with many knucklebones, μάστις π., = ἀστραγαλωτή, AP 6.234 (Eryc.).
πολυ·αστράγαλος, ος, ον [ᾰγᾰ] aux nœuds nombreux, Anth. 6, 234.
πολυαστράγαλος, mit vielen Wirbelknochen, μάστιν, Eryc. 2 (VI.234).
πολυαστράγαλος
πολυ-αστράγᾰλος, ον,
- with many joints, Anth.