Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυαυχής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυαρίθμητος
πολυάριθμος
πολυαρκής
Πολυάρκης
πολύαρκυς
πολυάρματος
πολυαρμόνιος
πολύαρνι
πολύαρνος
πολυάρουρος
πολύαρς
πολυάρτυτος
πολυαρχία
πολυάρχιον
πολυάρχιος
Πολυαρχίς
πολύαρχος
Πολύαρχος
Πολύας
πολύασπις
πολυάστερος
πολυάστηρ
πολυαστράγαλος
πολύαστρος
πολυάσχολος
πολυαῦλαξ
πολυαυξής
πολυαύχενος
πολυαύχην
πολυαυχήν
πολυαυχής
πολυάφορμος
πολυάχητος
πολυαχθής
πολυάχυρος
πολυβάδιστος
πολυβαθής
πολυβάρβαρος
πολυβάτειος
πολύβατος
πολυβαφής
πολυβέλεμνος
πολυβενθής
πολυβήματος
Πολυβιάδης
πολύβιβλος
πολύβιος
Πολύβιος
πολυβλαβής
πολυβλαστής
πολυβλαστία
πολυβλέπων
πολυβλέφαρος
πολυβλής
πολυβόειος
πολυβοησία
πολυβόητος
πολυβόλος
πολύβοος
πολυβόρος
Πόλυβος
…
πολυαυχής
Save
LSJ
πολῠ-αυχής,
v.l.
for
-αυξής
ap.Sch.
Nic.
Th.
73.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}