πολυκλαδής
πολυκλαδής, with many branches
πολῠ-κλᾰδής, ές,
- with many branches, Thphr. HP 1.5.1.
πολυ·κλαδής, ής, ές [ᾰ] c. le suiv. Th. H.P. 1, 5, 1.
Étym. dout.
πολυκλαδής, ές, = πολύκλαδος, Theophr., zw.