Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυρέμβαστος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυπράκτωρ
πολύπρᾳος
πολύπρεμνος
πολυπρεπής
Πολυπρέπων
πολυπρηγμονέω
πολυπρήκτωρ
πολυπρήων
πολυπρόβατος
πολύπροικος
πολυπρόσωπος
πολυπροσώπως
πολυπρώτιστος
πολύπτερος
πολυπτόητος
πολυπτοίητος
πολύπτολις
πολύπτορθος
πολύπτυκτος
πολυπτυχία
πολύπτυχος
πολυπτώξ
πολύπτωτος
πολύπυλος
πολύπυργος
πολυπύρηνος
πολύπυρος
πολύπυστος
πολυπώγων
πολυρ
πολυρέμβαστος
πολυρημονέω
πολυρήμων
πολύριζος
πολύρραβδος
πολυρραγής
πολυρράθαγος
πολυρραθάμιγξ
πολυρραίστης
πολυρράντιστος
πολύρραπτος
πολυρραφής
πολύρραφος
πολυρρημονέω
πολυρρήμων
πολύρρην
πολύρρηνος
πολύρρητος
πολυρριζία
πολύρριζος
πολύρρινος
πολυρρόδης
πολύρροδος
πολυρρόθιος
πολύρροθος
πολυρροίβδητος
πολύρροιζος
πολύρρομβος
πολύρροος
πολύρρους
πολύρρυμος
…
πολυρέμβαστος
Save
Bailly 2024
πολυ·ρέμβαστος,
ος, ον,
vagabond,
Sapph.
fr. 148 Bgk
.
Étym.
π. ῥέμβω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}