πολυρραίστης
πολυρραίστης, slayer of many
πολυ-ρραίστης, ου, ὁ,
- slayer of many, Opp. H. 1.463, v.l. for πολιρραίστης in Lyc. 210.
πολυ·ρραίστης, ου, adj. m. grand dévastateur, Opp. H. 1, 463.
Étym. π. ῥαίω.
πολυρραίστης, ὁ, der viel Zerstörende ; Lycophr. 210, v.l. ; Opp. Hal. 1.463.