πολυπράκτωρ Save LSJ Bailly 2024 πολυ-πράκτωρ, ορος, ὁ, poet. πολυ-πρήκτωρ, = πολυπράγμων, Man. 4.160. πολυπράκτωρ, ion. πολυ·πρήκτωρ, ορος, adj. m. c. le préc. Man. 4, 160.