Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυπροσώπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυποσφάκτης
πολυπόταμος
πολυποτέω
πολυπότης
πολυπότις
πολύποτμος
πολυπότνια
πολυποτόμος
πολύποτος
πολύπους
πολυπραγματέω
πολυπράγματος
πολυπραγμονεύω
πολυπραγμονέω
πολυπραγμόνησις
πολυπραγμονητέον
πολυπραγμοσύνη
πολυπράγμων
πολύπρακτος
πολυπράκτωρ
πολύπρᾳος
πολύπρεμνος
πολυπρεπής
Πολυπρέπων
πολυπρηγμονέω
πολυπρήκτωρ
πολυπρήων
πολυπρόβατος
πολύπροικος
πολυπρόσωπος
πολυπροσώπως
πολυπρώτιστος
πολύπτερος
πολυπτόητος
πολυπτοίητος
πολύπτολις
πολύπτορθος
πολύπτυκτος
πολυπτυχία
πολύπτυχος
πολυπτώξ
πολύπτωτος
πολύπυλος
πολύπυργος
πολυπύρηνος
πολύπυρος
πολύπυστος
πολυπώγων
πολυρ
πολυρέμβαστος
πολυρημονέω
πολυρήμων
πολύριζος
πολύρραβδος
πολυρραγής
πολυρράθαγος
πολυρραθάμιγξ
πολυρραίστης
πολυρράντιστος
πολύρραπτος
πολυρραφής
…
πολυπροσώπως
Save
Bailly 2024
πολυπροσώπως,
adv.
sous plusieurs faces,
Jos.
A.J.
16, 3, 3
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}