πολυπρηγμονέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πολυ-πρηγμονέω, Ion. for πολυπραγμονέω. πολυπρηγμονέω, v. πολυπραγμονέω. πολυπρηγμονέω Ion. voor πολυπραγμονέω. πολυπρηγμονέω, ion. = πολυπραγμονέω.