πολυπρόβατος
πολυπρόβατος, rich in sheep
πολυ-πρόβᾰτος, ον,
- rich in sheep or cattle, Φρύγες Hdt. 5.49 (Sup.), cf. X. Vect. 5.3.
πολυ·πρόβατος, ος, ον [ᾰ] sup. -ώτατος, riche en moutons, en troupeaux, Hdt. 5, 49.
Étym. π. πρόβατον.
πολυπρόβατος, reich an Schafen, Herden oder Zuchtvieh ; Schol. Il. 2.705 ; Φρύγες πολυπροβατώτατοι, Her. 5.49.
πολυπρόβατος
πολυ-πρόβᾰτος, ον,
πρόβατον
- rich in sheep or cattle, πολυπροβατωτάτοις Hdt.