πολύβιος
πολύβιος, well-to-do
πολῠ-βῐος, ον, (βίος II)
- well-to-do, Cat.Cod.Astr. 2.209.
- II (βία) powerful, Eust. 916.21.
πολύβιος, lang lebend, B.A. 323.
πολύβιος, well-to-do