πολύκωπος
πολύκωπος, many-oared
πολύ-κωπος, ον,
- many-oared, ὄχημα ναός S. Tr. 656 (lyr.); σκάφος E. IT 981; [πλοῖον] PGrenf. 2.80.11 (v A.D.).
πολύ·κωπος, ος, ον [ῠ] aux nombreuses rames, Soph. Tr. 656 ; Eur. I.T. 981.
Étym. π. κώπη.
πολύκωπος, vielruderig ; σκάφος, Eur. I.T. 981 ; ὄχημα ναός, Soph. Trach. 653.
πολύκωπος
πολύ-κωπος, ον,
κωπή
- many-oared, Soph., Eur.