πολυκύματος
πολυκύματος, swelling with many waves
πολυ-κύμᾰτος [κῡ], ον,
- swelling with many waves, Hsch. s.v. ἀκύμονος (πολυκαμ-cod.), EM 545.15.
πολυκύματος, = πολυκύμων ; Hesych.; v.l. für πολυαίματος θύννος Ath. VII.301f.