πολυκτησία Save LSJ Bailly 2024 Pape πολυ-κτησία, ἡ, = πολυκτημοσύνη, Ath. 6.233d. πολυκτησία, ας (ἡ) opulence, Ath. 223c. Étym. πολύκτητος. πολυκτησία, ἡ, = πολυκτημοσύνη, Ath. VI.233c.