πολυκτημοσύνη
πολυκτημοσύνη, great wealth
πολυ-κτημοσύνη, ἡ,
- great wealth, Poll. 3.110, Cat.Cod.Astr. 2.163,204.
πολυκτημοσύνη, ης (ἡ) [σῠ] grande richesse, Clém. 268.
Étym. πολυκτήμων.
πολυκτημοσύνη, ἡ, großes Vermögen, Poll. 3.110.