πολυκύδιστος
πολυκύδιστος, most glorious
πολυ-κύδιστος [κῡ], ον,
- most glorious, θεσμοσύνα AP 7.593 (Agath.); πολυκυδίστη Σοφίη ib. 9.657 (Marian.).
πολυκύδιστος [ῠῡ] seul. fém. πολυκυδίστη, c. le préc. Anth. 7, 593 ; 9, 657.
πολυκύδιστος, auch 2 Endgn, vielgerühmt, hochgepriesen ; πολυκυδίστη σοφία, Agath. 49 (IX.657); πολυκύδιστος θεσμοσύνη, 87 (VII.593).