ποπάς
ποπάς, άδος, ἡ,
- = πόπανον, AP 6.232 (Crin.).
ποπάς, άδος (ἡ) [ᾰδ] c. πόπανον, Anth. 6, 232.
ποπάς, άδος, ἡ, = πόπανον, Crinag. 6 (VI.232).
ποπάς, άδος,
= πόπανον, Anth.