ποντοπλάνος Save LSJ Bailly 2024 Pape ποντο-πλάνος [ᾰ], ον, (πλάνη) = foreg., δελφῖνες, νῆες, Orph. H. 24.8, 75.6. ποντο·πλάνος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Orph. H. 23, 8, etc. Étym. π. πλάνη. ποντοπλάνος, = ποντοπλάνητος, Orph. H. 23.8, 74.6.