ποππυλιάζω
ποππυλιάζω, smack the lips or cluck, call
ποππ-ῠλῐάζω, Dor. -άσδω, = foreg. [ποππύζω] I, Theoc. 5.89.
ποππυλιάζω, dor. ποππυλιάσδω, = ποππύζω, Theocr. 5.89, ποππυλιάσδει ἁδύ τι.
ποππυλιάζω
ποππῠλῐάζω,
=ποππύζω I, Theocr.