πορδακός Save LSJ Bailly 2024 Pape πορδᾰκός, v. παρδακός. πορδακός, ή, όν [ᾰ] c. παρδακός, Sim. am. fr. 21 (25) Bgk. πορδακός, = παρδακός, Simonids bei Strab. XIII.2 E.