πορδαλιαγχές Save LSJ Bailly 2024 Pape πορδᾰλ-ιαγχές, πορδᾰλ-ιδεύς, πόρδᾰλ-ις, v. παρδαλιαγχές, παρδαλιδεύς, πάρδαλις. πορδαλι·αγχές (τὸ) [ᾰ] c. παρδαλιαγχές, Nic. Al. 38. πορδαλιαγχές, τό, = παρδαλιαγχές, Nic. Al. 38.