ποτέομαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Autenrieth Homer ποτέομαι, Ep. for ποτάομαι. ποτέομαι, v. ποτάομαι. ποτέομαι Ion. voor ποτάομαι. ποτέομαι, ep. statt ποτάομαι, fliegen ; τρίζουσαι ποτέονται, Od. 24.7 ; Hes. Th. 691. ποτέομαι : see ποτάομαι.