ποτηρίδιον
ποτηρίδιον, τό, Dim. of ποτήριον, Men. 24 (pl.), IG ΙΙ(2).161 C 87 (Delos, iii B. C.), PCair.Zen. 38.7, al. (iii B. C.).
ποτηρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de ποτήριον, Mén. (Com. fr. 4, 318).
ποτηρίδιον, τό, dim. von ποτήριον, Men. bei Ath. XI.484c.