ποτή
ποτή, flight
ποτή2, sample of wine
ποτή (A), ἡ,
- flight, ποτῇ ἀνεδύσατο λίμνης Od. 5.337; ποτῇσι v.l. in h.Merc. 544; ποτὴν ἴσον dub.l. in Alex.Aet. 5.5.
ποτή (B), ἡ,
- sample of wine, ἐκ ληνοῦ POxy. 1673.12, al. (ii A. D.), cf. BGU 1143.18 (i B. C.).
ποτή, ῆς (ἡ) vol, essor, Od. 5, 337 (πέτομαι).
ποτή, ἡ, der Flug, das Fliegen, Od. 5.337.
ποτή
ἡ
[πέτομαι.]
App., flight : ποτῇ ἀνεδύσετο λίμνης (flew up from . . .) Od. 5.337.
ποτή (πέτομαι): flying, flight, Od. 5.337†.
ποτή, ἡ,
= πτῆσις
- flight, Od.